Η μετάφραση ή πώς να συγκινηθεί η Ευρώπη;

Συγγραφείς, μεταφραστές, εκδότες των ευρωπαϊκών γλωσσών, σας προσκαλούμε να κυνηγήσουμε ένα όραμα, να συγκροτήσουμε μια κοινότητα λογοτεχνών και διανοουμένων αφοσιωμένη στη μετάφραση, να γίνουμε εισηγητές των έργων και να βοηθήσουμε στη διακίνηση τους, στη «διαπόρθμευση» τους στις διάφορες γλώσσες της ευρωπαϊκής ηπείρου.  « Ο πολιτισμός είναι η κοινή γλώσσα της Ευρώπης »  Φερνάν Μπροντέλ

Το όραμα αυτό δεν είναι καινούριο: ήδη πριν τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, ποιητές και συγγραφείς αποπειράθηκαν να ενωθούν προκειμένου να αντισταθούν στην εγωκεντρική λογική των εθνών. Σε όλες τις εποχές υπάρχουν ιστορίες «διαπορθμεύσεων», ανταλλαγών, πνευματικών δανείων, αμοιβαίων επιρροών. Υπάρχουν πολλά  παραδείγματα φιλίας  και συνενοχής που υπερβαίνουν τα χαραγμένα σύνορα της Ευρώπης. Εντούτοις, τα  προφανή για κάθε Ευρωπαίο συγγραφέα ή μεταφραστή παραδείγματα, όπως ο Μποντλέρ που μετέφρασε  Πόε, ο Φρανσουά Βικτώρ Ουγκό που μετέφρασε Σαίξπηρ, ο Ζιντ, εισηγητής του έργου του Ντοστογιέβσκι  στη Γαλλία ή, πιο πρόσφατα, ο Κλάουντιο Μάγκρις που απέδωσε στα ιταλικά το αυστρο-ουγγαρέζικο έργο του Ρομπέρτ  Μούζιλ, δύσκολα τα ακολουθεί κανείς. Κλείνει η δίοδος όταν πεθαίνει ο «πορθμέας».

Πώς, λοιπόν, να επινοήσουμε έναν «τόπο»,  έναν κόμβο συνάντησης των διαφορετικών γλωσσών της Ευρώπης και με ποιο σκοπό; Πώς να αποκεντρωθούν οι «εθνικές» λογοτεχνικές και πνευματικές σκηνές προκειμένου να συναντιόνται και να διασταυρώνονται πιο τακτικά, εκτός των μεγάλων εκθέσεων  βιβλίων; Πώς να συναφθεί μακροχρόνια σχέση μεταξύ συγγραφέων, μεταφραστών και εκδοτών της Ευρώπης; και, επιτέλους, ποιες υποδομές θα μπορούσαν να  συμβαδίζουν με τον αργό χρόνο των έργων, το χρόνο που χρειάζεται για να γραφτούν και να μεταφραστούν ενώ όλο και περισσότερο μετράει μόνο ο αριθμός πωλήσεων στην εκδοτική βιομηχανία; Αυτά τα ζητήματα απασχολούν από την άνοιξη του 2008 όλο και πιο πολλούς συγγραφείς, διανοουμένους και ερευνητές,  συσπειρωμένους στην «Ευρωπαϊκή εταιρεία Συγγραφέων».

Ας αρχίσουμε με το ελάττωμα της «πολιτιστικής εξαγωγής»

Τι συμβαίνει, άραγε, εν τη απουσία ευρωπαϊκής μεταφραστικής πολιτικής; Πολύ φυσιολογικά, κάθε κράτος, κάθε εθνικό σύστημα αρωγής αρκείται στα απαρχαιωμένα παραδείγματα της «εξω-μετάφρασης» και της «εσω-μετάφρασης» -με άλλα λόγια,  της εξαγωγής «εθνικών» βιβλίων και της εισαγωγής «ξένων »βιβλίων. Οι Γάλλοι εξάγουν την γαλλική λογοτεχνία «τους», οι Γερμανοί, την γερμανική  λογοτεχνία «τους», οι Πολωνοί, την πολωνική λογοτεχνία «τους», οι Ιταλοί κτλ…  Ωστόσο, ο καθένας θα συμφωνήσει  ότι ο Προύστ δεν ανήκει πιο πολύ στους αναγνώστες της Γαλλίας απ΄ότι ο Τζόυς  στους αναγνώστες της Ιρλανδίας. Ή, για να είμαστε πιο σύγχρονοι, ότι το έργο του Μισέλ Φουκό δεν είναι πιο εξωτικό στην Πολωνία από το έργο του Σλαβόν Ζίσκα στη Ουγγαρία. Συνεπώς υπάρχει μια προφανής αντίθεση μεταξύ, αφενός, των αρχών της ανταλλαγής, της διακίνησης ιδεών, της  καθολικότητας των βιβλίων και αφετέρου, της εξαγωγικής λογικής των εθνικών λογοτεχνιών. Εξού και μια πρώτη κατεύθυνση προς την οποία θέλουμε να πορευτούμε: εφόσον υπάρχουν κοινά ευρωπαϊκά έργα, η αρωγή για τη μετάφραση θα έπρεπε να επαναπροσδιοριστεί στην ευρωπαϊκή ήπειρο, πάντα με πρότυπο την «εσω-μετάφραση» ως  κόμβο συνάντησης και διασταύρωσης - αυτό που κάνει  από το 1982, στη Βιέννη, το Institut fur die Wissenschaften vom Menschen (Ινστιτούτο για τις ανθρωπιστικές επιστήμες) αναπτύσσοντας μια πολιτική πολύγλωσσης μετάφρασης.

Ας εξετάσουμε τώρα τις ανισορροπίες της «αγοράς» της μετάφρασης: πριν από εξήντα χρόνια, ο Αντρέ Ζιντ, θέλοντας να υπερασπιστεί  το έργο του Ντοστογιέβσκι, (το οποίο οι Γάλλοι αναγνώστες είχαν απορρίψει καθότι το έκριναν ασαφές, πρόχειρο και δυσνόητο) ανέπτυξε τον όρο «συγγραφείς εξαγωγής». Αντίθετα με ό,τι υποβάλλει αυτή η έκφραση στο σύγχρονο νου, ο Αντρέ Ζιντ ονόμαζε έτσι τους συγγραφείς των οποίων τα βιβλία, παρότι δύσβατα και λίγο διαβασμένα, έβρισκαν εκδότες πρόθυμους να τους αναλάβουν σε άλλες χώρες, λόγω μιας αδελφοσύνης των γραμμάτων. Παρόλο που υπάρχει ακόμη αυτή η αδελφοσύνη μεταξύ εκδοτών, μάνατζερ, αναγνωστών, μεταφραστών, η οικονομική πίεση είναι τέτοια που ο «συγγραφέας εξαγωγής» είναι πια, προ πάντων, αυτός που πουλάει  και, ει δυνατόν, πολύ. Όποιος είναι εξοικειωμένος με το παιχνίδι των εκθέσεων βιβλίων ξέρει ότι το κύριο επιχείρημα της πώλησης των δικαιωμάτων «στο εξωτερικό» είναι  πια ο αριθμός πωλήσεων. Η βαθιά αυτή μεταβολή μας οδηγεί σε άλλη κατεύθυνση: είναι εφικτό να διαμορφωθεί ένας τόπος  που να σέβεται  τη λογική και τον αργό χρόνο του έργου, ένας τόπος διαλόγου, «διαπόρθμευσης» και εισήγησης;

Τέλος ας σημειώσουμε την αφέλεια της πεποίθησης ότι η απήχηση και η μετάφραση ενός βιβλίου εξαρτώνται από τη δύναμη του. Στην Ευρώπη, μετράμε πάνω από τριάντα γλώσσες· και η καθεμιά έχει τους συγγραφείς, τους ποιητές, τους διανοουμένους της. Αδιάφορο, θα έλεγε κανείς, γνωρίζοντας ότι από το σύνολο των μεταφρασμένων βιβλίων στην Ευρώπη ένας μέσος όρος πάνω από 60 τοις εκατό έχουν γραφτεί στην αγγλική γλώσσα. Εκατοντάδες έργα παραμένουν έτσι εγκλωβισμένα στο χαμένο παράδεισο μιας «δευτερεύουσας» γλώσσας, ελλείψει μεταφράσεων, μεταφραστών ή εκδοτών που θα είχαν την δυνατότητα να χρηματοδοτήσουν την μετάφραση τους. Είναι πολύ μεγάλη συζήτηση  γιατί και  πώς μια λογοτεχνία επιβάλλεται στις άλλες -ποιότητα της πλοκής, καθολικότητα της αφήγησης αλλά και αποτελεσματικότητα των εκδοτικών υποδομών και της εμπορευματοποιητικής λογικής. Δεν είναι όμως εκεί το ζήτημα. Σε έναν ευρωπαϊκό χώρο που προσδοκά, παρόλα αυτά, να ενωθεί γύρω από τις πολλαπλές ταυτότητες των διαφορετικών γλωσσών του, είναι δυνατόν να εμμένουμε σε ένα τέτοιο χάσμα; Αυτό συνεπάγεται μια τρίτη κατεύθυνση  προς διερεύνηση : πώς μπορούμε να βοηθήσουμε οικονομικά στη μετάφραση και την εισήγηση των ευρωπαϊκών λογοτεχνιών του Βορρά, του Νότου, της Ανατολής, εκτός από την αγγλική;

Εδώ και κάποια χρόνια, γίνονται προσπάθειες να οργανωθούν πολλές «πολύγλωσσες» πρωτοβουλίες ώστε να  διορθωθούν οι ελλείψεις και οι παραβλέψεις της αγοράς. Πρώτοι οι μεταφραστές, ευαισθητοποιημένοι λόγω επαγγελματικής κλίσης στην ανάγκη της «διαπόρθμευσης » δημιούργησαν έναν Σύλλογο συλλόγων, το CEATL (Conseil Européen des Associations de Traducteurs Littéraires - Ευρωπαϊκό συμβούλιο μεταφραστών λογοτεχνίας) για να υπερασπιστούν καλύτερα τα δικαιώματά τους (βλέπε την πρόσφατη μελέτη στο www.ceatl.eu/). Για τα θεατρικά κείμενα επίσης μια οργάνωση κατάφερε να δικτυώσει διάφορες ευρωπαϊκές σκηνές: το AETE (Atelier Européen de la Traduction - Ευρωπαϊκό Εργαστήριο Μετάφρασης) με τη βοήθεια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατάφερε να συνδέσει 8 πολιτιστικούς θεσμούς, στη Λισαβόνα, το Βαλαντολίντ, τη Μαδρίτη, τη Φλωρεντία, το Μιλάνο, την Αθήνα, την Τιμισοάρα, την Μπρατισλάβα, το Ντεμπρεσέν, την Ορλεάνη. Από το 2005, το AETE έχει υποστηρίξει 70 μεταφράσεις θεατρικών κειμένων στα γαλλικά, ιταλικά, πορτογαλικά, σλοβάκικα, ελληνικά, ρουμανικά και ισπανικά. Τέλος, την άνοιξη του 2008, Ευρωπαίοι φιλόσοφοι, καλλιτέχνες και ερευνητές μεταξύ των οποίων οι Ιβ Μπονφουά, Εντγκάρ Μορέν, Μπάρμπαρα Κασέν, Ετιέν Μπαλιμπάρ, Άδωνις, Μισέλ Ντεγκύ απηύθυναν έκκληση  για έναν «ευρωπαϊκό κοινό πολιτισμό»

Σιγά σιγά, η περίφημη φράση του Ουμπέρτο Έκo «η κοινή γλώσσα της Ευρώπης είναι η μετάφραση» κερδίζει έδαφος. Θαυματουργή φράση, λακωνική, με διαυγή πολυπλοκότητα, η οποία μας δίνει την ευκαιρία να συνειδητοποιήσουμε πως, αντιθέτως με ό,τι συμβαίνει σε άλλους πολιτισμούς, η «κοινή γλώσσα της Ευρώπης» έχει ένα κόστος. Όχι μόνο κόστος αλλά και πλούτο. Πλούτο παρεξήγησης, ερμηνείας και πολυπλοκότητας της δουλειάς του μεταφραστή αποτελούν αυτές οι αιώνιες ουσιώδεις ερωτήσεις  «Πόσο πρέπει να προδώσω για να παραμείνω πιστός;» «Ως πού να μεταμορφώσω μια σκέψη για να γίνει κατανοητή;» και «Σε ποια συλλογική ιστορία, ποιο προσωπικό αίσθημα πρέπει να αντλήσω για  μεταφυτεύσω το έργο χωρίς να το ξεριζώσω;» 

Την ημέρα που θα κατανοήσουμε την «αξία» της φράσης , «η κοινή γλώσσα της Ευρώπης είναι η μετάφραση», τότε μάλλον θα κατορθώσουμε να πείσουμε  ότι μια «ευρωπαϊκή μεταφραστική πολιτική» δεν είναι μόνο απαραίτητη  αλλά και θεμελιώδης για το κοινό μας γίγνεσθαι. Χρειάζεται μια διαρκής, επίμονη, και σταθερή πολιτική βούληση να αναλάβει το κόστος της ευρωπαϊκής γλώσσας ώστε να μπορέσει η ποιητική συγκίνηση  να βγει προς τα έξω και να ακουστεί -έστω κι αν δεν είναι εφικτό να την αντιληφθούμε, να την κατανοήσουμε ή να τη  μοιραστούμε πλήρως.

Μπορεί το βιβλίο, σήμερα, να φαίνεται περιθωριακό προϊόν, απομεινάρι  του «παλαιού κόσμου», ασύνδετο με τις επείγουσες προτεραιότητες της κρίσης.  Ψωμί ή  βιβλίο;  Αυτό το δίλημμα παντού, στη Γερμανία, στη Γαλλία και αλλού, παίρνει την μορφή των περικοπών ή της κατάργησης πολιτιστικών κέντρων. Αλλά ξεχνάμε την ουσία. Όποιος προσπαθεί να καταλάβει αυτό που μας ενώνει, πέρα από τους πολέμους, τις σφαγές και τις καταστροφές του 20ου αιώνα,  συναντά κείμενα: την Ιλιάδα, την Οδύσσεια, κάποια ωραία αποσπάσματα της Βίβλου, το αντάμωμα με ελληνικά και λατινικά κείμενα  της Αναγέννησης, και, τέλος, το Δον Κιχώτη, το κοινό γέλιο της Ευρώπης, τη θαυμάσια παρωδία του ιπποτικού κόσμου … θα μπορούσαμε να πούμε ότι, για την Ευρώπη, «εν αρχή ην το βιβλίο»… βιβλία, συγγραφείς, ιδέες. Τι άλλο είναι ο «Διαφωτισμός», les «Lumières», die «Aufklärung», «The Enlightenment» παρά διαπορθμεύσεις ανάμεσα στη Γαλλία, τη Γερμανία μέχρι τη Ρωσία; Και η «Nahdâ», πολύ αργότερα, στην άλλη όχθη της Μεσογείου; Είναι μόνο ο χρόνος που χρειάστηκαν τα έργα για να περάσουν στην απέναντι όχθη της θάλασσας. Αλλά, τότε, πώς άραγε να δώσουμε υπόσταση σ΄αυτήν την Ευρώπη των χιλίων και μίας μεταφράσεων, σ΄αυτόν τον κόμβο συνάντησης  μεταξύ των γλωσσών, όλων των γλωσσών;

Ξεκινάει, εδώ, τώρα.